Το Μουσείο Γέσιου παραδόθηκε στο κοινό τον Οκτώβριο του 2024, με τη μόνιμη έκθεση «Αόρατοι Αγωνιστές», αφιερωμένη στον Μακεδονικό Αγώνα και την ιστορία της Έδεσσας. Το μουσείο είναι δωρεά του Δρ. Χρίστου Γέσιου, Αρχιτέκτονα Μηχανικού και Ομότιμου Καθηγητή CAAD στις ΗΠΑ. Στεγάζεται σε πενταώροφο κτίριο που χτίστηκε το 1936 στο κέντρο της Έδεσσας ως κατάστημα Σιδηρικών και Οικοσκευών των Αδελφών Γέσιου, το οποίο έκλεισε το 1942 λόγω της γερμανικής κατοχής. Μεταπολεμικά, το κτίριο φιλοξένησε διάφορες χρήσεις, ενώ το 2007 ανακηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο ως αντιπροσωπευτικό δείγμα του μοντέρνου κινήματος του Μεσοπολέμου. Το κτίριο σχεδιάστηκε εξαρχής για εμπορική χρήση, με ελεύθερη κάτοψη στο ισόγειο και το μεσοπάτωμα, που σήμερα φιλοξενούν την έκθεση, ενώ οι υπόλοιποι όροφοι λειτουργούσαν ως γραφεία. Η αποκατάσταση συνδυάστηκε με τον σχεδιασμό της νέας χρήσης ως μουσείο. Περιλάμβανε στατική ενίσχυση, προσθήκη κεντρικού ανελκυστήρα, και απομάκρυνση νεότερων στοιχείων για την ανάδειξη των αυθεντικών υλικών, όπως τα πολύχρωμα μωσαϊκά του κλιμακοστασίου και τα διακοσμητικά τσιμεντοπλακάκια. Οι επιστρώσεις αντικαταστάθηκαν με νέα μωσαϊκά, τα κουφώματα αποκαταστάθηκαν, και οι τοίχοι ξαναβάφονται σε αποχρώσεις που ανιχνεύθηκαν από προηγούμενες φάσεις του κτιρίου. Ορισμένα δομικά στοιχεία έμειναν με εμφανές σκυρόδεμα, υπογραμμίζοντας τη θεματολογία της έκθεσης. Η μουσειογραφική προσέγγιση αξιοποίησε τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του κτιρίου. Στο ισόγειο, η έκθεση ακολουθεί γραμμική χρονολογική αφήγηση, ενώ στο μεσοπάτωμα χωρίζεται σε δύο θεματικές ενότητες. Η παρουσίαση του Ένοπλου Αγώνα στην ύπαιθρο αναπαρίσταται με κλιμακωτές προθήκες, μεταλλικές και γυάλινες επιφάνειες, ενώ οι ιστορίες των Εδεσσαίων αναδεικνύονται σε διατάξεις που παραπέμπουν στην τοπική αστική ζωή, χρησιμοποιώντας ξύλινες και γυάλινες κατασκευές. Γυάλινα πετάσματα με διαδοχικές ανακλάσεις εμπλουτίζουν την αφήγηση. Στο κέντρο του χώρου δεσπόζει ένας ελλειψοειδής εσωτερικός εξώστης, ο οποίος φιλοξενεί έναν εμβληματικό κορμό καρυδιάς που διαπερνά το κτίριο και λειτουργεί ως σύμβολο. Ο κορμός συνδέει τα θεματικά επίπεδα της έκθεσης, υπογραμμίζοντας την αναφορά στον απαγχονισμό των αγωνιστών. Στο ευρύχωρο υπόγειο φιλοξενούνται προσωρινές εκθέσεις και διατηρείται το ιστορικό καταφύγιο του κτιρίου. Η έρευνα και ανάλυση περιεχομένου, ο σχεδιασμός της αφηγηματικής δομής και ροής, η γλωσσική προσβασιμότητα, η επιλογή των εκθεσιακών μέσων και ο χωρικός σχεδιασμός πραγματοποιήθηκαν με κύρια προτεραιότητα την ανάδειξη του περιεχομένου, τη διευκόλυνση της πλοήγησης και τη βελτίωση της εμπειρίας των επισκεπτών. Η ταυτότητα της έκθεσης και ο συστηματικός σχεδιασμός κάθε ενότητας συνδέονται άμεσα με το μουσειολογικό περιεχόμενο, την επιστημονική τεκμηρίωση, αλλά και την εμπειρία των επισκεπτών. Κάθε στοιχείο της έκθεσης διαμορφώνεται με σκοπό να ενισχύσει τη συνολική αφήγηση και να αποδώσει το θέμα της με σαφήνεια, ενώ ο μουσειολογικός σχεδιασμός επικεντρώνεται στη συστηματική παρουσίαση των ιστορικών ή πολιτιστικών δεδομένων.
Το Μουσείο Γέσιου παραδόθηκε στο κοινό τον Οκτώβριο του 2024, με τη μόνιμη έκθεση «Αόρατοι Αγωνιστές», αφιερωμένη στον Μακεδονικό Αγώνα και την ιστορία της Έδεσσας. Το μουσείο είναι δωρεά του Δρ. Χρίστου Γέσιου, Αρχιτέκτονα Μηχανικού και Ομότιμου Καθηγητή CAAD στις ΗΠΑ. Στεγάζεται σε πενταώροφο κτίριο που χτίστηκε το 1936 στο κέντρο της Έδεσσας ως κατάστημα Σιδηρικών και Οικοσκευών των Αδελφών Γέσιου, το οποίο έκλεισε το 1942 λόγω της γερμανικής κατοχής. Μεταπολεμικά, το κτίριο φιλοξένησε διάφορες χρήσεις, ενώ το 2007 ανακηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο ως αντιπροσωπευτικό δείγμα του μοντέρνου κινήματος του Μεσοπολέμου. Το κτίριο σχεδιάστηκε εξαρχής για εμπορική χρήση, με ελεύθερη κάτοψη στο ισόγειο και το μεσοπάτωμα, που σήμερα φιλοξενούν την έκθεση, ενώ οι υπόλοιποι όροφοι λειτουργούσαν ως γραφεία. Η αποκατάσταση συνδυάστηκε με τον σχεδιασμό της νέας χρήσης ως μουσείο. Περιλάμβανε στατική ενίσχυση, προσθήκη κεντρικού ανελκυστήρα, και απομάκρυνση νεότερων στοιχείων για την ανάδειξη των αυθεντικών υλικών, όπως τα πολύχρωμα μωσαϊκά του κλιμακοστασίου και τα διακοσμητικά τσιμεντοπλακάκια. Οι επιστρώσεις αντικαταστάθηκαν με νέα μωσαϊκά, τα κουφώματα αποκαταστάθηκαν, και οι τοίχοι ξαναβάφονται σε αποχρώσεις που ανιχνεύθηκαν από προηγούμενες φάσεις του κτιρίου. Ορισμένα δομικά στοιχεία έμειναν με εμφανές σκυρόδεμα, υπογραμμίζοντας τη θεματολογία της έκθεσης. Η μουσειογραφική προσέγγιση αξιοποίησε τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του κτιρίου. Στο ισόγειο, η έκθεση ακολουθεί γραμμική χρονολογική αφήγηση, ενώ στο μεσοπάτωμα χωρίζεται σε δύο θεματικές ενότητες. Η παρουσίαση του Ένοπλου Αγώνα στην ύπαιθρο αναπαρίσταται με κλιμακωτές προθήκες, μεταλλικές και γυάλινες επιφάνειες, ενώ οι ιστορίες των Εδεσσαίων αναδεικνύονται σε διατάξεις που παραπέμπουν στην τοπική αστική ζωή, χρησιμοποιώντας ξύλινες και γυάλινες κατασκευές. Γυάλινα πετάσματα με διαδοχικές ανακλάσεις εμπλουτίζουν την αφήγηση. Στο κέντρο του χώρου δεσπόζει ένας ελλειψοειδής εσωτερικός εξώστης, ο οποίος φιλοξενεί έναν εμβληματικό κορμό καρυδιάς που διαπερνά το κτίριο και λειτουργεί ως σύμβολο. Ο κορμός συνδέει τα θεματικά επίπεδα της έκθεσης, υπογραμμίζοντας την αναφορά στον απαγχονισμό των αγωνιστών. Στο ευρύχωρο υπόγειο φιλοξενούνται προσωρινές εκθέσεις και διατηρείται το ιστορικό καταφύγιο του κτιρίου. Η έρευνα και ανάλυση περιεχομένου, ο σχεδιασμός της αφηγηματικής δομής και ροής, η γλωσσική προσβασιμότητα, η επιλογή των εκθεσιακών μέσων και ο χωρικός σχεδιασμός πραγματοποιήθηκαν με κύρια προτεραιότητα την ανάδειξη του περιεχομένου, τη διευκόλυνση της πλοήγησης και τη βελτίωση της εμπειρίας των επισκεπτών. Η ταυτότητα της έκθεσης και ο συστηματικός σχεδιασμός κάθε ενότητας συνδέονται άμεσα με το μουσειολογικό περιεχόμενο, την επιστημονική τεκμηρίωση, αλλά και την εμπειρία των επισκεπτών. Κάθε στοιχείο της έκθεσης διαμορφώνεται με σκοπό να ενισχύσει τη συνολική αφήγηση και να αποδώσει το θέμα της με σαφήνεια, ενώ ο μουσειολογικός σχεδιασμός επικεντρώνεται στη συστηματική παρουσίαση των ιστορικών ή πολιτιστικών δεδομένων.