Το Plyta’s Unknown Cinema (PUC) είναι η οπτική ταυτότητα ενός τριετούς ερευνητικού προγράμματος αφιερωμένου στη ζωή και το έργο της Μαρίας Πλυτά, της πρώτης Ελληνίδας σκηνοθέτιδας. Ο σχεδιασμός του λογοτύπου εστιάζει στην έννοια του «άγνωστου» και στην ιστορική αποσιώπηση του έργου της μέσα στον ελληνικό κινηματογραφικό κανόνα.
Το κύριο λογότυπο, Plyta’s Unknown Cinema, βασίζεται σε έντονα διευρυμένο tracking στη λέξη Unknown, με σκόπιμα μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των γραμμάτων. Η τυπογραφική αυτή επιλογή λειτουργεί ως οπτική μεταφορά της διαδικασίας ανίχνευσης και επανασύνδεσης διάσπαρτων κινηματογραφικών ιχνών, παραπέμποντας στη σταδιακή αποκάλυψη ενός έργου που παρέμεινε στο περιθώριο.
Συμπληρωματικά, χρησιμοποιείται το αρτικόλεξο PUC ως δευτερεύον σήμα: πιο συμπαγές, σύγχρονο και λειτουργικό, σε συνοχή με το κύριο λογότυπο. Παράλληλα, η αυθεντική υπογραφή της Μαρίας Πλυτά, η οποία εντοπίστηκε στο πλαίσιο της έρευνας, εντάσσεται ως συμπληρωματικό οπτικό στοιχείο. Η χρήση της λειτουργεί ως συμβολική χειρονομία επανεγγραφής της δημιουργού στον δημόσιο χώρο, γεφυρώνοντας το αρχειακό υλικό με τη σύγχρονη οπτική ταυτότητα.
Το σύστημα επιτρέπει ευελιξία εφαρμογών, εξυπηρετώντας τον δημόσιο και ερευνητικό χαρακτήρα του έργου, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί μια καθαρή, σύγχρονη οπτική γλώσσα.
Το Plyta’s Unknown Cinema (PUC) είναι η οπτική ταυτότητα ενός τριετούς ερευνητικού προγράμματος αφιερωμένου στη ζωή και το έργο της Μαρίας Πλυτά, της πρώτης Ελληνίδας σκηνοθέτιδας. Ο σχεδιασμός του λογοτύπου εστιάζει στην έννοια του «άγνωστου» και στην ιστορική αποσιώπηση του έργου της μέσα στον ελληνικό κινηματογραφικό κανόνα.
Το κύριο λογότυπο, Plyta’s Unknown Cinema, βασίζεται σε έντονα διευρυμένο tracking στη λέξη Unknown, με σκόπιμα μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των γραμμάτων. Η τυπογραφική αυτή επιλογή λειτουργεί ως οπτική μεταφορά της διαδικασίας ανίχνευσης και επανασύνδεσης διάσπαρτων κινηματογραφικών ιχνών, παραπέμποντας στη σταδιακή αποκάλυψη ενός έργου που παρέμεινε στο περιθώριο.
Συμπληρωματικά, χρησιμοποιείται το αρτικόλεξο PUC ως δευτερεύον σήμα: πιο συμπαγές, σύγχρονο και λειτουργικό, σε συνοχή με το κύριο λογότυπο. Παράλληλα, η αυθεντική υπογραφή της Μαρίας Πλυτά, η οποία εντοπίστηκε στο πλαίσιο της έρευνας, εντάσσεται ως συμπληρωματικό οπτικό στοιχείο. Η χρήση της λειτουργεί ως συμβολική χειρονομία επανεγγραφής της δημιουργού στον δημόσιο χώρο, γεφυρώνοντας το αρχειακό υλικό με τη σύγχρονη οπτική ταυτότητα.
Το σύστημα επιτρέπει ευελιξία εφαρμογών, εξυπηρετώντας τον δημόσιο και ερευνητικό χαρακτήρα του έργου, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί μια καθαρή, σύγχρονη οπτική γλώσσα.